h3.jpg

02Μετά τη Γερμανοϊταλική Κατοχή (Οκτώβριος 1944), συγκεντρώθηκαν πολλοί που είχαν φύγει από την ενορία, άρχισαν να κτίζονται νέα σπίτια και σιγά – σιγά αυξανόνταν οι ενορίτες. Έτσι επειδή ο υπάρχων Ναός ήταν ανεπαρκέστατος, αλλά και υπήρχε πλέον κίνδυνος αχρηστεύσεως και καταστροφής της ως τότε τοιχοποιΐας άρχισαν σκέψεις για τη συνέχιση του έργου και αποπερατώσεως του Ναού. Γι’ αυτό με την υπ’ αριθμ. 23/22-9-46 Πράξη, το τότε Εκκλησιαστικό Συμβούλιο από τον Γραμματοδιδάσκαλο ιερέα Δημ. Στρίκο και τα λαϊκά μέλη….., πήρε την απόφαση της συνεχίσεως του έργου, από όπου το είχαν αφήσει και της αποπερατώσεως του Ναού. Και το Νοέμβριο του 1946 σχημάτισε την πρώτη Ερανική Επιτροπή. Η απόφαση ανταποκρινόταν στην ανάγκη και στην επιθυμία των ενοριτών. Και έτσι άρχισε ένα εξαιρετικά επίπονο έργο, ειδικώτερα για την εποχή εκείνη που ήταν δυσεύρετο ένα μεροκάματο και γιατί οι ενορίτες στην πλειονότητά τους ήσαν εργάτες – μεροκαματιάρηδες. Αφού το Εκκλ. Συμβούλιο πήρε την απόφαση και σχημάτισε την πρώτη Ερανική Επιτροπή, μάζεψε τα πρώτα χρήματα και ως που να γίνουν οι απαιτούμενες διαδικασίες φτάσανε στα μισά του 1947. Την 12-6-47 ανέθεσαν στον Αρχιτέκτονα Σόλ. Κυδωνιάτην την εφαρμογή του σχεδίου του του 1934 και τις παραπέρα τεχνικές ενέργειες και την 29-7-47 έγινε η πρώτη δημοπρασία για τη συνέχιση της λιθοδομής μέχρι τη στέγη. Με μια κινηματογραφική παράσταση που οργάνωσαν στο Κινηματοθέατρο «Γρανάδα», όπου σήμερα το Θέατρο «Λαμπέτη» (Λεωφ. Αλεξάνδρας), με τη διάθεση ενός δωρηθέντος ραδιοφώνου με λαχνούς, με προαιρετικές εισφορές και με προσωπική εργασία πολλών ενοριτών προχώρησε η τοιχοποιΐα και ως το Μάρτιο του 1948 είχε τελειώσει. Τώρα όμως χρειάζονταν πολλά χρήματα για τους τσιμέντινους στύλους, τη στέγη και τον τρούλλο. Το καλοκαίρι του 1948 το Εκκλ. Συμβούλιο, από τους παραπάνω, «συνέστησε» νέα μεγάλη Ερανική Επιτροπή, που κάθε μέλος της ήταν εφοδιασμένο με ένα ή περισσότερα «μπλοκ εισφορών» και που έτσι είχαν τη δυνατότητα να απευθύνονται και σε πιστούς εκτός ενορίας…… Από τις σύντονες προσπάθειες της Ενοριακής Επιτροπής και των συνεργαζομένων Κυριών συγκεντρώθηκαν σε μια δεκαετία περίπου το ποσόν των 110 εκατομμυρίων, ποσό όχι ευκαταφρόνητο για την εποχή εκείνη. Όμως για να στεγαστεί ο Ναός πλήρως, το Εκκλ. Συμβούλιο ζήτησε και επέτυχε από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, δάνειο ύψους 75 εκατομμυρίων, εξωφλητέο σε 25 χρόνια. Με ενέργειες δε του Εκκλ. Συμβουλίου και δραστηρίων μελών της Ερανικής Επιτροπής τα Υπουργεία Ανοικοδομήσεως και Οικονομικών, ενέκριναν την δωρεά παροχή στο Ναό 40 τόννων τσιμέντου και 5 κυβικών ξυλείας. Και έτσι μέσα σε μια τριετία 1947-1950 τελείωσε η υπόλοιπη τοιχοποιΐα και στεγάστηκε ο νέος Ναός. Και, δυστυχώς, με πάρα πολλές αρχιτεκτονικές ατέλειες και με μια φοβερά και απαράδεκτα κακότεχνη στέγη. Τόσο που στην παραλαβή του έργου ο Καθηγητής Ορλάνδος είπε πως ο Ναός «μοιάζει μεγάλη αποθήκη». Και βέβαια οι άνθρωποι της Εκκλησίας χωρίς τεχνικές γνώσεις δεν ήξεραν τι θα προκύψει στο τέλος του έργου, η ευθύνη βάραινε άλλους… Και εδώ πρέπει να σημειώσουμε πως το σύνολο των ενοριτών έδωσε τα πάντα για το Ναό μας. Και αυτό φαίνεται και από την πρόοδο των εργασιών, με τις ανεπάντεχες δυστυχώς κακοτεχνίες, αλλά και από ένα γεγονός εντυπωσιακό: Ο παλαιός ναΐσκος ήταν στο κέντρο του νεοκτισμένου Ναού. Ο μεγάλος Ναός περιέκλεινε το μικρό. Αφού λοιπόν κτίστηκε ο νέος, τι χρειαζόταν ο παλιός; Πήραν λοιπόν την απόφαση να κατεδαφίσουν τον παλιό. Όμως ο εργολάβος ζητούσε 20.000, μεγάλο ποσόν για τότε. Έτσι ο π. Δημ. Στρίκος στο τέλος μιας Κυριακάτικης θείας Λειτουργίας είπε στο εκκλησίασμα πως θα αρχίσει αμέσως η κατεδάφιση του παλιού Ναού. Το τι έγινε ήταν πρωτοφανές. Οι εκκλησιαζόμενοι άνδρες και γυναίκες πήγαν σπίτια τους φόρεσαν τα παληά τους, γύρισαν στο Ναό και άρχισε η συγκέντρωση των επίπλων και σκευών και η κατεδάφιση του Ναού. Σαν μέλισσες προσήλθε το σύνολο των ενοριτών και μέχρι το βράδυ ο παλαιός Ναός είχε εξαφανιστεί. Είναι συγκλονιστικές οι φωτογραφίες που δείχνουν τη συλλογική εργασία κατεδαφίσεως και μεταφοράς του υλικού σε ξεχωριστά καθωρισμένα μέρη. Οι άνδρες και γυναίκες μετέφεραν κεραμίδια, ξύλα, πέτρες άλλα βαρειά αντικείμενα και τα παιδάκια με τα κουβαδάκια τους, τους ριγμένους σοβάδες και τα χώματα… Ένας λόγος που οι Γκυζιώτες αγαπάνε ιδιαίτερα το Ναό μας… Παρ’ ότι τα προβλήματα συνεχίσεως του έργου ήσαν ακόμη τεράστια, μέσα σε ένα κλίμα θρησκευτικής εξάρσεως, έγιναν την 1 Ιουνίου 1952 τα Θυρανοίξια – Εγκαίνια της Κεντρικής Ιεράς Τραπέζης του Ναού υπό του τότε Βοηθού Επισκόπου του Αρχιεπισκόπου Αθηνών, Ευρίπου Αλεξίου (μετέπειτα Μητροπολίτου Ζακύνθου). Και εν τω μεταξύ φάνηκαν και οι ελλείψεις (Γυναικωνίτης – Κωδωνοστάσιον) και οι κακοτεχνίες (ασυμβίβαστα για Ναόν παράθυρα, εισροή ομβρίων υδάτων λόγω κακής κατασκευής στέγης κ.λ.π.). Οι αντιδικίες του Ναού με τον Αρχιτέκτονα, ιδιαίτερα όμως με τον κατασκευαστή της στέγης μείωσαν το ενδιαφέρον των πιστών και έτσι το Εκκλ. Συμβούλιο το Μάρτη του 1953 έκαμε, ετύπωσε και εκυκλοφόρησε ένα Γενικό Απολογισμό, που φανερώνει το τεράστιο ενδιαφέρον των πιστών για το Ναό μας, μέσα στην προηγούμενη εξαετία.

Αντιγραφή από το βιβλίο «Ο Ιερός Ναός Αγ. Στυλιανού και η περιοχή Γκύζη» Έκδοση Ιερού Ναού Αγ. Στυλιανού Γκύζη πρωτ. Ιωάννου Αντωνοπούλου
π. Σ. Α. Μ.

Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ