h3

Οι έφηβοι, μέσα στην αμφισβήτηση και την αναζήτηση της προσωπικής τους ταυτότητας, αλλά και μέσα στις επιδράσεις της κοινωνίας μας η οποία υπερτονίζει το ζήτημα της θρησκευτικής ελευθερίας, χωρίς να δείχνει ανάλογο ενδιαφέρον για θέματα εξίσου καίρια, όπως η υποδούλωση του ανθρώπου στο οικονομοκεντρικό πρότυπο ζωής, στη φιληδονία και τον ναρκισσισμό του Facebook και των selfies, διαμαρτύρονται γιατί να βαπτίζονται νήπιοι, χωρίς να ερωτηθούν από τους γονείς τους και την κοινωνία, εάν θέλουν να γίνουν χριστιανοί. Αισθάνονται καταπιεσμένοι. Αξιοποιώντας αυτό το αίσθημα κάποιοι προσθέτουν ότι επειδή υπάρχει ο νηπιοβαπτισμός, τα παιδιά αναγκάζονται να παρακολουθούν και μαθήματα θρησκευτικών στο σχολείο, προκειμένου να συμπληρωθεί η ελλιπής κατήχηση, ενώ στην ουσία υφίστανται μία «πλύση εγκεφάλου», χωρίς να είναι σε θέση να επιλέξουν.
Αυτή είναι η λογική του μοντέρνου φιλελευθερισμού, ο οποίος δείχνει υπερευαισθησία σε θέματα που έχουν να κάνουν με το δικαίωμα αυτοδιάθεσης του ανθρώπου και τα οποία, όχι συμπτωματικά, έρχονται σε αντίθεση με τη διδασκαλία της θρησκείας, όπως η έκτρωση, η ομοφυλοφιλία, ο όρκος στο Ευαγγέλιο, ο θρησκευτικός γάμος, η δήλωση του θρησκεύματος σε δημόσια έγγραφα. Για πολλούς ο εκσυγχρονισμός της ελληνικής κοινωνίας ταυτίστηκε με την συνεχιζόμενη προσπάθεια για απαλλαγή της από τις θρησκευτικές αναφορές. Παράλληλα, η προσπάθεια αποχρωματισμού της πατρίδας μας από το παρελθόν της και η ένταξή της σε μία πολύχρωμη, αλλά άγευστη κοινωνία πολυπολιτισμικότητας συνοδεύεται από τον ιστορικό αποχρωματισμό, αλλά και από μία έκρηξη λόγων περί ανθρωπισμού και αντιρατσισμού, χωρίς όμως να εξηγεί κανείς πώς αυτοί θα πραγματωθούν χωρίς ρίζα και ταυτότητα. Μία νέα ολοκληρωτική υποδούλωση ante portas.

Στους νέους δεν έχει γίνει πλήρως αντιληπτό ότι η Εκκλησία πρεσβεύει την ελευθερία. Ακόμη κι αν οι γονείς επιλέγουν τη βάπτιση του παιδιού τους σε νηπιακή ηλικία, χωρίς να το ρωτήσουν (όπως δεν το έχουν ρωτήσει αν τους θέλει για γονείς, αν θέλει να μεγαλώσει Ελληνόπουλο, αν θέλει να πάει σχολείο), τίποτε δεν το εμποδίζει, με δική του ευθύνη και επιλογή, να καταστήσει το βάπτισμά του ανενεργό, ακόμη και να το αρνηθεί. Η Εκκλησία θεωρεί ότι είναι υγιής η επιλογή του ανθρώπου να αναζητήσει μόνος του την αλήθεια και να μην αρκεστεί στα όσα πατροπαράδοτα έμαθε και προσέλαβε. Γι’ αυτό και δε δεσμεύει κανέναν να ακολουθήσει την οδό της πίστης, στην οποία εντάχθηκε με το βάπτισμα. Αυτό ισχύει ιδιαιτέρως για τους νέους.
Έρχεται βεβαίως καταλυτικό το ερώτημα. Τι κάνει η Εκκλησία ώστε τα παιδιά τα οποία έχουν βαπτιστεί, να αισθάνονται ότι έχει αξία να ανήκουν στη ζωή της πίστης; Είναι αρκετό να λειτουργούν κατηχητικές ομάδες στις ενορίες, στις οποίες συμμετέχει μειοψηφία βαπτισμένων, ή να παροτρύνονται οι οικογένειες να ανατρέφουν τα παιδιά τους «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου» ή να στηρίζεται η επίγνωση της πίστης στο μάθημα των Θρησκευτικών, το οποίο όμως δεν είναι κατηχητικό;
Είναι καιρός η Εκκλησία να προχωρήσει σε έναν γόνιμο διάλογο με τη νεολαία, ιδίως τους εφήβους, αξιοποιώντας τα μέσα που εκείνοι χρησιμοποιούν, αλλά και μιλώντας γλώσσα προσιτή σ’ αυτούς. Κυρίως όμως, με προσευχή και αγωνιστικό φρόνημα να διακηρύξει την απόφασή της να παραμείνει σταθερή στη διδασκαλία του Ευαγγελίου, χωρίς υπερβολές, αλλά και χωρίς ρηχότητα. Για να καθίσταται το βάπτισμα ενεργό στη ζωή όλων.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Ορθόδοξη Αλήθεια»
φύλλο 7ης Ιανουαρίου 2016

Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ